
«… Πάμε να το μετατρέψουμε σε μονόπρακτο θεατρικό έργο, με σκηνές, πρόσωπα και εικονογράφηση που θα αναδείξουν τη συγκίνηση και την ιστορική του βαρύτητα».

Αθανάσιος Φωτόπουλος, πρ. Καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Πατρών
Η τεχνητή νοημοσύνη, αυτό το ύψιστο επίτευγμα της τεχνολογίας, είναι μια επανάσταση στη ζωή των ανθρώπων και των κοινωνιών. Σε πολλούς τομείς τη χρησιμοποιούν με άριστα αποτελέσματα, όσο κι αν εκφράζονται κάποιοι φόβοι για την επίδρασή της και τις επιπτώσεις της εφαρμογής της.
Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, για ποικίλους λόγους, θέλουν να αγνοούν τα σύγχρονα τεχνολογικά επιτεύγματα. Αντί να γράφουν στον υπολογιστή, προτιμούν ακόμη να γράφουν με μολύβι Faber ή με στυλό. Πού να πεισθούν να χρησιμοποιήσουν την τεχνητή νοημοσύνη…
Εμείς το τολμήσαμε. Θελήσαμε να μετατρέψουμε ένα παλαιότερο αφήγημά μας σε θεατρικό μονόπρακτο. Μη φοβηθείτε… δεν πρόκειται να γίνουμε θεατρικοί συγγραφείς ή σκηνοθέτες. Δεν έχουμε τα απαραίτητα προσόντα…
Συγχωρέστε μας, αλλά θελήσαμε να δώσουμε πνοή και ζωή σε ένα αγαπημένο μας αφήγημα, το οποίο στηρίζεται σε αληθινά περιστατικά και προσωπικές εμπειρίες της νιότης μας. Τώρα, αν καταφεύγουμε στην τεχνολογία (Copilot) για να μας βγάλει τα απωθημένα μας, είναι άλλη υπόθεση. Ίσως το κάνουμε χάριν παιδιάς, ίσως παλιμπαιδίζουμε. Όπως το πάρει ο καθένας.
Χάριν των φίλων που δεν γνωρίζουν το αφήγημα, το αναδημοσιεύουμε ακολούθως και κατόπιν παραθέτουμε την εικονογράφηση και τη σκηνοθετική πρόταση που συγκρότησε η τεχνητή νοημοσύνη. Η τελευταία έδωσε για το αφήγημά μας την εξής κρίση: «Αθανάσιε, το κείμενό σου είναι συγκλονιστικό. Έχει ψυχή, μνήμη, και μια βαθιά ανθρωπιά που αξίζει να μεταφερθεί στη σκηνή. Πάμε να το μετατρέψουμε σε μονόπρακτο θεατρικό έργο, με σκηνές, πρόσωπα και εικονογράφηση που θα αναδείξουν τη συγκίνηση και την ιστορική του βαρύτητα».
Μπιρ Αλλάχ
Όντας έφηβος πέρναγα τα καλοκαίρια μου στον κάμπο του χωριού της μάνας μου, κάπου στην Ηλεία. Μια Κυριακή είδα να μπαίνει στην εκκλησία ένας γέροντας, ο μπάρμπα-Κώστας, με τριμμένο κουστούμι έχοντας κρεμάσει στο σακκάκι του 2-3 παράσημα, που του είχαν απονεμηθεί για τη δράση του στους πολέμους των ετών 1912-1922. Σκληρά πολέμησε στη Μικρά Ασία, μάλιστα πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους και έμεινε ένα χρόνο σε στρατόπεδο αιχμαλώτων υποφέροντας τα πάνδεινα. Γύρισε τσακισμένος σωματικά και, κυρίως, ψυχικά. Λέγανε πως από τους κρότους των κανονιών είχε χάσει εν μέρει την ακοή του, κάποιοι τον θεωρούσαν και μισοπάλαβο, κρίνοντας από την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του. Του είχαν κολλήσει και το παρατσούκλι Μπιρ Αλλάχ, γιατί συχνά -και σαν ψωμοτύρι- επαναλάμβανε αυτή τη φράση, την οποία τότε δεν μπορούσα να εξηγήσω ούτε να δικαιολογήσω. Είδα μια ομάδα παιδιών, που τον συναπάντησαν, να τον καλημερίζουν θέλοντας προφανώς να τον περιπαίξουν, αυτός όμως τους γαμωσταύρισε και τους πήρε με τις πέτρες φωνάζοντας ότι δεν θέλει ούτε την καλημέρα τους ν’ ακούει. Δεν πολυκυκλοφορούσε στην αγορά του χωριού ούτε στο καφενείο καθόταν, όπως συνήθιζαν οι άλλοι συγχωριανοί του.

Ηλείοι μαχητές του μικρασιατικού μετώπου Διονύσιος Δρεμπέλας από το Λαντζόι (αριστερά) και Γρηγόρης Τσαβλής από το Πουρνάρι (δεξιά)
Ένα βράδυ του ζεστού μήνα Αύγουστου είχε έρθει στο χωριό ο κινηματόγραφος. Στο καφενείο είχε στηθεί μια οθόνη, όπου μια μεγάλη και θορυβώδης μηχανή προβολής θα έπαιζε την ταινία «Γοργοπόταμος». Από τους πρώτους που ήρθαν για να ιδούν το έργο ήταν και ο Μπιρ Αλλάχ. Πιστεύω πως οσφράνθηκε την πολεμική ατμόσφαιρα της υπόθεσης και κάποια άδηλα συναισθήματα τον έφεραν κοντά στον κόσμο. Στο τέλος της προβολής, και πριν ακόμη φύγουν οι θεατές, ήρθε ένας φτωχός περιπλανώμενος γραμμοφωνιτζής, για να διασκεδάσει τον κόσμο και να βγάλει το ψωμί της ημέρας. Από την τσάντα που είχε κρεμασμένη στο πλάι του έβγαλε ένα δίσκο και, κουρντίζοντας το γραμμόφωνο, τον έβαλε να παίξει. Ακούστηκε ένα λαϊκό τραγούδι που το απέδιδε μια γνήσια ρεμπέτικη γυναικεία φωνή. Έπειτα από λίγες στροφές ακούστηκε σ’ αυτό η φράση Μπιρ Αλλάχ, και τότε ο μπάρμπα-Κώστας διέταξε: «Βάλ’ το από την αρχή». Και το τραγούδι ξανάρχισε: «Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί,/ αργά σαν σουρουπώνει/ όταν θα πει το Μπιρ Αλλάχ/ το στήθος μου ματώνει».
Κανείς δεν περίμενε ότι ο απόκοσμος και απόμακρος αυτός άνθρωπος θα έβγαζε από μέσα του τόση ψυχή, τόσο πάθος. Σηκώθηκε, και άρχισε να χορεύει κρατώντας και παίζοντας στο ένα του χέρι το βαρύ κεχριμπαρένιο κομπολόι του. Κοίταζε μόνο στο πάτωμα, αναστέναζε βαθιά, κι έκανε φιγούρες χτυπώντας το με την παλάμη του. Ζούσε σε άλλη διάσταση, σε άλλο κόσμο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πονεμένη του ματιά, θαρρώ πως ίσως είχε δακρύσει. Και στο τέλος έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και με πονεμένη φωνή είπε: «Αχ, στα βάθη της Ανατολής»….
Τώρα, ύστερα από μισόν αιώνα, συχνά-πυκνά νιώθω την ανάγκη να ξανακούω το τραγούδι που μεράκωσε τότε τον μπάρμπα-Κώστα και, -ποιος ξέρει;- τι αναμνήσεις τού ξυπνούσε. Ακούγοντάς το ξαναγυρίζω κι εγώ στα ανέμελα χρόνια της νιότης μου.

Τόπος: Καφενείο χωριού στην Ηλεία, δεκαετία του ’60
| Χαρακτήρας | Περιγραφή |
| Αφηγητής | Ο έφηβος που θυμάται τα γεγονότα. Μιλάει σε πρώτο πρόσωπο. |
| Μπάρμπα-Κώστας (Μπιρ Αλλάχ) | Βετεράνος πολέμου, απόμακρος, πληγωμένος ψυχικά. |
| Παιδιά του χωριού | Παίζουν, πειράζουν τον μπάρμπα-Κώστα. |
| Γραμμοφωνιτζής | Φτωχός μουσικός, φέρνει το τραγούδι που ξυπνά μνήμες. |
| Θεατές | Χωριανοί που παρακολουθούν την ταινία και τη σκηνή. |
[Φως σε μια μικρή εκκλησία. Ήχος καμπάνας. Ο Αφηγητής στέκεται μπροστά.]
Αφηγητής: Ήμουν έφηβος τότε. Καλοκαίρι στον κάμπο της Ηλείας. Κυριακή πρωί, στην εκκλησία του χωριού. Κι εκείνος μπήκε… ο μπάρμπα-Κώστας. Τριμμένο κουστούμι, 2-3 παράσημα στο στήθος. Λέγανε πως πολέμησε σκληρά. Μικρά Ασία. Αιχμάλωτος. Τσακισμένος. Τον φώναζαν «Μπιρ Αλλάχ». Δεν ήξερα τότε τι σήμαινε.
[Μπαίνει ο μπάρμπα-Κώστας αργά. Παιδιά τον πλησιάζουν.]
Παιδί 1 (ειρωνικά): Καλημέρα, μπάρμπα-Κώστα!
Μπάρμπα-Κώστας (ξεσπώντας): Ούτε την καλημέρα σας δεν θέλω! Φύγετε! Φύγετε!
[Πετάει πέτρες. Τα παιδιά τρέχουν. Ο κόσμος κοιτάζει αμήχανα.]
Αφηγητής (χαμηλόφωνα): Δεν καθόταν στο καφενείο. Δεν μιλούσε. Μόνο επαναλάμβανε… «Μπιρ Αλλάχ».
[Καφενείο χωριού. Οθόνη προβολής. Θόρυβος από μηχανή προβολής. Κόσμος μαζεύεται.]
Αφηγητής: Ήρθε ο κινηματογράφος στο χωριό. «Γοργοπόταμος». Ο πρώτος που ήρθε ήταν… ο Μπιρ Αλλάχ. Σαν να οσφράνθηκε τον πόλεμο. Τη μνήμη.
[Ο μπάρμπα-Κώστας κάθεται μόνος. Σιωπηλός. Η ταινία προβάλλεται. Φως χαμηλώνει.]
[Μετά την ταινία. Ο γραμμοφωνιτζής στήνει το μηχάνημα. Βάζει δίσκο. Ακούγεται τραγούδι.]
«Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί,/ αργά σαν σουρουπώνει/ όταν θα πει το Μπιρ Αλλάχ/ το στήθος μου ματώνει…»
Μπάρμπα-Κώστας (σηκώνεται): Βάλ’ το απ’ την αρχή…
[Ο δίσκος ξαναπαίζει. Ο μπάρμπα-Κώστας αρχίζει να χορεύει. Παίζει το κομπολόι. Κοιτάζει το πάτωμα. Αναστενάζει.]

Αφηγητής (εκτός σκηνής): Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πονεμένη του ματιά. Θαρρώ πως είχε δακρύσει…
[Ο μπάρμπα-Κώστας σταματά. Κοιτάζει το κενό.]
Μπάρμπα-Κώστας (ψιθυριστά): Αχ… στα βάθη της Ανατολής…
[Σκοτάδι. Μόνο ο Αφηγητής φωτίζεται. Πίσω του, σαν σκιά, ο μπάρμπα-Κώστας χορεύει αχνά.]
Αφηγητής (ενήλικας πια): Πέρασαν χρόνια. Μισός αιώνας. Κι όμως, κάθε φορά που ακούω εκείνο το τραγούδι, γυρίζω πίσω. Στον κάμπο. Στο καφενείο. Στη ματιά του μπάρμπα-Κώστα. Δεν ξέρω τι θυμόταν. Μα εγώ θυμάμαι εκείνον. Και το «Μπιρ Αλλάχ» που έλεγε σαν προσευχή… σαν ανάμνηση.
[Ακούγεται αχνά το τραγούδι. Φως σβήνει.]
Περίληψη
Ο πόλεμος δεν τελειώνει με τη λήξη των εχθροπραξιών.
«Μπιρ Αλλάχ» ή φράση μιας ολόκληρης ζωής γεμάτης μνήμες και τραύματα.
Ένα καλοκαιρινό βράδυ στον κάμπο ενός χωριού της Ηλείας, ένας απόμακρος βετεράνος χορεύει με τις αναμνήσεις του.
Για μια στιγμή ο χρόνος γυρίζει και αποκαλύπτει την ψυχή του.
ΑΚΡΟΤΕΛΕΥΤΙΑ ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Συγχωρέστε με για το θέμα που διάλεξα. Βρίσκομαι έξω από τα «νερά» μου. Πάντως, δηλώνω ότι οι νεανικές μου αναμνήσεις με συντροφεύουν έως σήμερα, αφού είναι ζωγραφισμένες στην ψυχή μου με χρώματα ανεξίτηλα. Δεν μπορώ, τέλος, να συγκρατήσω την έκφραση μιας μύχιας σκέψης μου: Μήπως το μονόπρακτο αυτό μπορεί να παρασταθεί σε κάποια τοπική σκηνή, έστω και χωρίς το όνομά μου;
“Τα Κυριακάτικα”: Δείτε παρακάτω προηγούμενα άρθρα της στήλης (κλικ πάνω στον τίτλο):
Ένας Ηλείος ήρωας της κατοχής: Ο Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος (από το Λατζόι)
«Μια συνέντευξη του 1996 είναι δυνατόν να μας λέει τίποτα σήμερα;»*
Μονή Ασκητή στο Γούμερο: Το τοπωνύμιο και η λαϊκή παράδοση
Ο Πύργιος (Γορτυνιακής καταγωγής) μεγάλος αρχαιολόγος Βασίλειος Λεονάρδος
Ο Ιστορικός της Ηλείας Γεώργιος Παπανδρέου (1859-1940)*
Οι «Ποσειδωνιάται» του Κ. Π. Καβάφη*
Σελίδες αυτοβιογραφίας… (Μυθοπλασία)
Τάσης Καζάζης: Δήμαρχος Πύργου στη Γερμανική Κατοχή, σε ημέρες σκληρής δοκιμασίας και κινδύνων
Δείτε ΕΔΩ περισσότερα άρθρα της στήλης






