
“…νὰ ἐπισημάνουμε τὸ γεγονὸς ὅτι, ἂν καὶ ἀρκετὲς δεκαετίες ἔχουν περάσει από τὴν Κατοχή, ἡ συστηματικὴ καὶ μεθοδική -μ’ ἄλλα λόγια ἐπιστημονική- ἔρευνα τῆς τραγικῆς ἐκείνης περιόδου τῆς Ἱστορίας μας δὲν ἔχει προχωρήσει σὲ ἱκανοποιητικὸ βαθμό…”

Αθανάσιος Φωτόπουλος, πρ. Καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Πατρών
Α΄ Οἱ Ἀρχὲς Κατοχῆς
Τὴν 27η Ἀπριλίου 1941 τὰ γερμανικὰ στρατεύματα εἰσῆλθαν στὴν ἀνοχύρωτη πόλη τῆς Ἀθήνας καὶ ἀπὸ τότε ἀρχίζει ἡ μεγάλη νύχτα τῆς Κατοχῆς. Ὁ πρέσβης τῆς Γερμανίας πρίγκιπας Ἔρμπαχ δὲν ἤθελε νὰ μείνει στὴν κατεχόμενη χώρα, γι’ αὐτὸ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὸν «Πληρεξούσιο τοῦ Ράιχ στὴ Ἑλλάδα» Γκύντερ Ἄλτενμπουργκ (Günther Altenburg). Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ἄλτενμπουργκ ἦταν ὁ μόνος διπλωμάτης καριέρας ἀπὸ τοὺς πρέσβεις τῆς χώρας του στὴ Νοτιοανατολικὴ Εὐρώπη.

G. Altenburg
Στὶς 9 Ἰουνίου ὁ Χίτλερ διόρισε «Διοικητὴ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων Νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης» τὸν στρατάρχη von List μὲ εὐρύτερες ἁρμοδιότητες ἀκόμη καὶ ἐπὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὁ Ἄλτενμπουρκ θὰ εἶχε ἐπαφὲς μὲ τὴν ἑλληνικὴ κυβέρνηση γιὰ τὴν προώθηση τῶν γερμανικῶν συμφερόντων στὸν πολιτικό, οἰκονομικὸ καὶ πολιτιστικὸ τομέα, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ δίνει τὴ συγκατάθεσή του γιὰ νὰ ἔχουν ἰσχὺ οἱ στρατιωτικὲς διαταγὲς ποὺ θὰ εἶχαν ἐπιπτώσεις καὶ στὴν ἐξωτερικὴ πολιτική. Ἡ συνεργασία στρατιωτικῶν καὶ διπλωματῶν τοῦ Ράιχ δὲν παρουσίασε ἰδιαίτερα προβλήματα μέχρι τὸ τέλος τοῦ 1942, ἀφοῦ μάλιστα ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ὁ «σκληρός» στρατηγὸς C. von Krenzki ποὺ συμπεριφερόταν αὐταρχικά. Ὁ Ἄλτενμπουργκ ἔμεινε στὴ θέση του μέχρι τὸν Νοέμβριο τοῦ 1943, ὁπότε τὸν διαδέχθηκε ὁ συνεργάτης του vοn Graevenitz, σύμβουλος τῆς πρεσβείας καὶ ἀναπληρωτής του.

Γερμανοί αξιωματικοί στην Ακρόπολη
Ὑπῆρχε βέβαια καὶ τὸ ἰταλικὸ προβάδισμα (preponderenza), τὸ ὁποῖο ὅμως ἀτόνησε σὲ μέγιστο βαθμό. Οἱ Ἰταλοί, παρὰ τὶς καλὲς σχέσεις τοῦ Ἄλτενμπουργκ μὲ τὸν δικό τους πρέσβη Γκίτζι (P. Ghigi) δὲν κατάφεραν νὰ ἐπιβάλουν οὔτε ἕνα πρόσωπο τῆς ἀρεσκείας τους στὴν πρωθυπουργία τῆς χώρας. Οἱ σκληροτράχηλοι Γερμανοὶ στρατιωτικοὶ δὲν ξεχνοῦσαν τὰ παθήματα τῶν συμμάχων τους στὴν Ἀλβανία, κι ἄλλωστε θεωροῦσαν τὸν ἑαυτό τους καλύτερο στὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἐκδηλωθέντων ἀντιστασιακῶν κινήσεων.
Ἀπὸ τὰ ἀνώτατα στρατιωτικὰ στελέχη τῶν κατακτητῶν ἀποφασιστικὸ λόγο εἶχε ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητὴς τῆς Νοτίου Ἑλλάδος στρατηγὸς Χέλμουτ Φέλμυ (Helmuth Felmy) καὶ ὁ διοικητὴς τῆς ἰταλικῆς 11ης Στρατιᾶς στρατηγὸς Κ. Τζελόζο (C. Geloso).
Β΄ Οἱ ἑλληνικὲς κυβερνήσεις
Μετὰ τὴν κατάρρευση τοῦ ἑλληνικοῦ μετώπου, ἡ διορισμένη ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Γεώργιο Β΄ κυβέρνηση Τσουδεροῦ μεταφέρθηκε στὴν Κρήτη, ἐνῶ στὴν Ἀθήνα τὸ πολιτικὸ κενὸ κάλυψαν οἱ κατακτητὲς μὲ τὸν διορισμὸ τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Τσολάκογλου ὡς πρωθυπουργοῦ. Ὁ Τσολάκογλου, ὁ ὁποῖος εἶχε συμμετάσχει σ’ ὅλους τοὺς πολεμικοὺς ἀγῶνες ἀπὸ τὸ 1912 καὶ μετά, θεωροῦνταν ὁ λιγότερο «πολιτικός» ἀνώτατος ἀξιωματικὸς καί, ἐπιπλέον, εἶχε πάρει τὴν πρωτοβουλία τῆς συνθηκολόγησης μὲ τὸν γερμανικὸ στρατὸ (Wehrmacht) στὴ Μακεδονία. Ὁ ἴδιος πρόβαλε ἀργότερα στὰ «Ἀπομνημονεύματά» του (1958) ἀρκετὲς δικαιολογίες καὶ γιὰ τὴ συνθηκολόγηση καὶ γιὰ τὸν σχηματισμὸ κυβέρνησης, τὸν τελευταῖο μάλιστα ἔκρινε ὡς λύση ἐθνικῆς ἀνάγκης, ἀφοῦ ἦταν προτιμότερο νὰ ἀσκεῖ τὴν ἐξουσία μία κυβέρνηση ἑλληνική, κι ὄχι οἱ ἀρχὲς Κατοχῆς.

Γ. Τσολάκογλου
Ὁ Τσολάκογλου, ὁ ὁποῖος δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς «κουΐσλινγκ»(1), γιατί δὲν βρισκόταν σὲ συνεννόηση μὲ τοὺς κατακτητὲς τῆς πατρίδας του πρὶν ἀπὸ τὸν πόλεμο καί, ἐξάλλου, εἶχε διακριθεῖ γιὰ τὶς ἱκανότητές του στὴ διοίκηση μεγάλης μονάδας στὸ μέτωπο, προκάλεσε τὴν καχυποψία τῶν Ἰταλῶν, ἀλλὰ κατάφερε νὰ παραμείνει στὴ θέση του μέχρι τὸν Νοέμβριο τοῦ 1942. Ὡς ἀντικαταστάτης του διορίστηκε ὁ καθηγητὴς τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς Κωνσταντῖνος Λογοθετόπουλος, ὁ ὁποῖος ὡστόσο δὲν εἶχε τὴν ὑποστήριξη ποὺ περίμενε ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, καὶ γι’ αὐτὸ τὴν 6 Ἀπριλίου 1943 ἐπιλέχθηκε ὡς πρωθυπουργὸς ὁ ἔμπειρος πολιτικὸς Ἰωάννης Ράλλης. Κατὰ τὴν πρωθυπουργία τοῦ τελευταίου, ἡ ὁποία κράτησε ὣς τὸ τέλος τῆς Κατοχῆς, συνέβησαν πολλὰ καὶ «θερμά» γεγονότα καὶ ὀξύνθηκε ὁ ἐσωτερικὸς ἀγώνας μὲ ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα.

Ιω. Σοφιανόπουλος
Ἂς μὴ νομιστεῖ ὅτι οἱ παραπάνω ἦσαν οἱ μόνοι «διαθέσιμοι» γιὰ πρωθυπουργία. Ὑπῆρχαν καὶ ἄλλοι ἐκλεκτοὶ τῶν κατακτητῶν, ἄνδρες γνωστοί στὸ πολιτικὸ στερέωμα, ὅπως ὁ Ἰωάννης Σοφιανόπουλος (2), ὁ Σωτήριος Γκοτζαμάνης (3) καὶ ὁ Γεώργιος Μερκούρης (4), εἶναι δὲ γνωστὸ ὅτι ὁ Θεόδωρος Πάγκαλος, ὁ παλαιὸς καὶ γραφικὸς δικτάτορας, εἶχε προτείνει στοὺς Γερμανούς, ἤδη πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπίθεσή τους, τὸν σχηματισμὸ φιλοαξονικῆς κυβέρνησης ὑπὸ τὸν ἴδιο (5).
Ἀλλὰ καὶ στὰ χρόνια της Κατοχῆς ὁ Πάγκαλος διατηροῦσε ἐπαφὲς μὲ τοὺς Ἰταλοὺς (6) καὶ αὐτὸς ἦταν ὁ ἐμπνευστὴς τῆς ἵδρυσης τῶν Ταγμάτων Ἀσφαλείας (7), γιὰ τὴ συγκρότηση τῶν ὁποίων ἐργάστηκαν καὶ ἄλλοι, κυρίως προερχόμενοι ἀπὸ τὸν παλαιοδημοκρατικὸ χῶρο (Στυλιανὸς Γονατᾶς), καὶ βεβαίως ὁ Ἰωάννης Ράλλης.
Γ΄ Τὰ ὄργανα καὶ τὰ πρόσωπα τῶν ἐπαφῶν
Ἀμέσως μετὰ τὸν σχηματισμό της, ἡ κυβέρνηση Τσολάκογλου συνέστησε δύο ἐπιτροπὲς γιὰ τὴν ἐξασφάλιση ἐπικοινωνίας μὲ τὶς ἀρχὲς Κατοχῆς: τὴν «Ἐπιτροπὴ Συνδέσμου μετὰ τῆς Ἰταλικῆς Διοικήσεως» μὲ πρόεδρο τὸν συνταγματάρχη Πυροβολικοῦ Νικόλαο Μπαλῆ καὶ τὴν «Ἐπιτροπὴ Συνδέσμου μετὰ τῶν Γερμανικῶν Ἀρχῶν Κατοχῆς» μὲ πρόεδρο τὸν ὑποστράτηγο Ἰωάννη Τέτση καί, μετὰ τὴν ἀποχώρηση αὐτοῦ, τὸν συνταγματάρχη Μηχανικοῦ Κωνσταντῖνο Κανελλόπουλο. Οἱ ἐπιτροπὲς αὐτὲς λειτούργησαν οὐσιαστικὰ ὡς δημόσιες ὑπηρεσίες ἐντεταγμένες στὸ Γραφεῖο τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐπανδρώθηκαν μὲ ἀξιωματικούς, ἀποσπασμένους δημόσιους ὑπαλλήλους, μεταφραστὲς καὶ ἄλλο ἔκτακτο προσωπικό. Ἡ ὑπηρεσία, ὡς δημιούργημα ἔκτακτης ἀνάγκης, εἶχε προσωρινὸ χαρακτήρα. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὶς ἐπίσημες ἐπαφὲς μέσῳ τῶν ὑπηρεσιῶν, χρησιμοποιοῦνταν καὶ πρόσωπα τῆς ἀπόλυτης ἐμπιστοσύνης καὶ τῶν δύο μερῶν. Ἔτσι ὁ Τσολάκογλου διατηροῦσε ἐπαφὴ μὲ τὴν ἰταλικὴ Διοίκηση μὲ σύνδεσμο τὸν ὑπουργό του Ἀναστάσιο Ταβουλάρη, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε ὅλες τὶς κατοχικὲς κυβερνήσεις, καὶ τὸν τελευταῖο χρόνο συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς γιὰ κάποιες ἐπαφὲς ποὺ εἶχε μὲ τὸν ΕΔΕΣ τῆς Ἀθήνας.
Δ΄ Ἡ «Ὑπηρεσία Ἀνταποκρίσεων»
Ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους μῆνες τῆς πρωθυπουργίας του ὁ Τσολάκογλου ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ συνεργασία του μὲ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ καταργημένου ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν μποροῦσε νὰ ἀποδώσει, διότι αὐτοί, ἐκτὸς ἀπὸ λίγους, δὲν ἔδειχναν ἰδιαίτερη προθυμία στὴ διπλωματικὴ διαχείριση κρισίμων ἐθνικῶν θεμάτων, ὅπως ἦταν ἡ παραβίαση τῆς ἀνακωχῆς λόγῳ τῆς εἰσβολῆς τῶν Βουλγάρων στὴν Ἀνατολικὴ Μακεδονία καὶ τὴ Δυτικὴ Θράκη. Γι’ αὐτό, μὲ τὴν ὑπ’ ἀρ. 833/20.10.1941 ἀπόφαση τοῦ πρωθυπουργοῦ, ἱδρύθηκε ἡ «Ὑπηρεσία Ἀνταποκρίσεων μετὰ τῶν Πολιτικῶν Γερμανικῶν Ἀρχῶν Κατοχῆς», καὶ ὁρίστηκε νὰ περνοῦν ἀπὸ τὴ ὑπηρεσία αὐτὴ ὅλα τὰ ἔγγραφα ποὺ ἀπευθύνονταν στὶς γερμανικὲς ὑπηρεσίες καὶ νὰ μὴν ὑποβάλλονται κατευθεῖαν, πρᾶγμα ποὺ οὔτε αὐτὲς ἤθελαν οὔτε θεωροῦνταν σκόπιμο ἀπὸ ἑλληνικῆς πλευρᾶς.
Στὴν ἐπιτυχία τοῦ ἔργου τῆς Ὑπηρεσίας Ἀνταποκρίσεων συνέβαλαν σημαντικὰ οἱ δυὸ εἰδικοὶ νομικοὶ σύμβουλοι τοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν Ἰωάννης Γιούπης καὶ Κυριάκος Τενεκίδης. Οἱ γνωμοδοτήσεις καὶ συμβουλές τους ἦταν ἀπαραίτητες γιὰ τὸν χειρισμὸ θεμάτων ποὺ ἀπαιτοῦσαν γνώση τῶν κανόνων τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Διευθυντὴς τῆς Ὑπηρεσίας διορίστηκε ὁ ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν Πολύβιος Σαραντόπουλος καὶ ὑποδιευθυντής (ἀπὸ δὲ τὸν Νοέμβριο τοῦ 1943 διευθυντής) ὁ γερμανομαθὴς ὑπάλληλος του ΙΚΑ Γ. Α. Φαρμακίδης. Ὁ τελευταῖος μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση παρέδωσε τὸ ὀγκῶδες ἀρχεῖο τῆς Ὑπηρεσίας στὸ Ὑπουργεῖο τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸ 1957 προέβη σὲ συνοπτικὴ παρουσίασή του «ἐν ἀναμονῇ τῆς δυνατότητος πρὸς πλήρη δημοσίευσιν τῶν ἐγγράφων». Ἀπὸ τὸ σχετικὸ δημοσίευμα τοῦ Φαρμακίδη (8) ἀντλοῦμε πολύτιμα στοιχεῖα γιὰ τὸ ἔργο τῆς Ὑπηρεσίας καὶ τὶς ὑποθέσεις ποὺ τὴν ἀπασχόλησαν.
Οἱ κυριότερες εἶναι οἱ ἑξῆς:
1. Δράση Βουλγάρων στὴ Βόρειο Ἑλλάδα. Μὲ τὸ ἀπὸ 10.6.1942 νομοθετικὸ διάταγμα τῆς βουλγαρικῆς κυβέρνησης ἐπιβλήθηκε ἡ βουλγαρικὴ ὑπηκοότητα στοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ Δυτικῆς Θράκης, ὅσοι δὲ ἀπὸ τοὺς κατοίκους δὲν τὴν δέχονταν, ὑποχρεοῦνταν νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ σπίτια τους. Ὁ Τσολάκογλου ἀνέθεσε σ’ ἐπιτροπὴ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου (Σπυρόπουλος, Λούβαρης, Βλάχος κ.ἄ.) τὴν περισυλλογὴ στοιχείων γιὰ τὴν προσπάθεια ἀλλοίωσης τοῦ ἐθνολογικοῦ χαρακτήρα τῶν βουλγαροκρατούμενων περιοχῶν καὶ κατατοπίστηκε γιὰ τὰ βουλγαρικὰ ἐγκλήματα ἀπὸ τὴν «Ἑταιρεία Μακεδόνων καὶ Θρακῶν», ἡ ὁποία εἶχε πρόεδρο τὸν Ἀλέξανδρο Σβῶλο (9).

Αλέξ. Σβώλος
Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐνεργειῶν του, ὁ πρωθυπουργός, ἀγνοώντας τοὺς Βουλγάρους οἱ ὁποῖοι κατεῖχαν ἑλληνικὰ ἐδάφη ἀπὸ γερμανικὴ παραχώρηση, προέβη στὴν ὑποβολὴ διακοινώσεων καὶ ὑπομνημάτων πρὸς τὸν Γερμανὸ Πληρεξούσιο. Ὁ τελευταῖος ἤδη ἀπὸ τὴν ἄνοιξη τοῦ 1942 εἶχε διαβιβάσει τὰ παραπάνω ἔγγραφα στοὺς Βουλγάρους ἰθύνοντες, τὸν βασιλιὰ Βόρι καὶ τὸν πρωθυπουργὸ Φίλωφ, κατακρίνοντας τὶς βουλγαρικὲς μεθόδους καὶ ἀπαιτώντας τὴ λήψη δραστικῶν μέτρων γιὰ τὴ βελτίωση τῆς κατάστασης, θέλησε μάλιστα νὰ συγκροτήσει μία γερμανο-ιταλικὴ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ χωρὶς νὰ τὸ πετύχει λόγῳ ἀντίδρασης τοῦ Ρίμπεντροπ. Κατάφερε ὅμως νὰ ἀνακόψει τὴ βουλγαρικὴ βουλιμία γιὰ προσάρτηση ἐδαφῶν καὶ κάθοδο πρὸς τὴ Θεσσαλονίκη ἐπικαλούμενος οἰκονομικοὺς λόγους καὶ τὸν κίνδυνο «νέας ψύχρανσης τῶν γερμανο-ελληνικῶν σχέσεων». Οἱ ἐνέργειες τοῦ Τσολάκογλου (10) εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀναβολὴ ἐφαρμογῆς τοῦ προαναφερθέντος νομοθετικοῦ διατάγματος τῆς βουλγαρικῆς κυβέρνησης, παρόμοιες δὲ ἐνέργειες τῶν ἑπόμενων πρωθυπουργῶν Λογοθετόπουλου καὶ Ράλλη παρέτειναν τὴν ἀναβολὴ μέχρι τὸ τέλος τῆς Κατοχῆς.
2. Κουτσοβλαχικὸ ζήτημα. Ἀντιμετώπιση τῆς προσπάθειας τῆς ρουμάνικῆς πρεσβείας νὰ παρέμβει ὑπὲρ τῆς ρουμανίζουσας «μειονότητας» τῆς περιοχῆς Πίνδου, ποὺ ὑφίστατο δῆθεν κακὴ μεταχείριση, καὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ πράκτορος τῶν Ἰταλῶν Ἀλκ. Διαμάντη νὰ δημιουργήσει ἐκτεταμένο κουτσοβλαχικὸ κράτος προβαίνοντας σὲ ποικίλες διώξεις τῶν ἀνθισταμένων Ἑλλήνων. Ὁ Ἰωάννης Ράλλης ἀναφέρθηκε μ’ ἐπιστολές του (1943, 1944) πρὸς τὸν Γερμανὸ στρατηγὸ Speidel, τὸν ἐπιτελάρχη τῆς Στρατιωτικῆς Διοίκησης συνταγματάρχη von Bogen καὶ τὸν πληρεξούσιο von Graewenitz.

Καλάβρυτα 13.12.1943
3. Ἐκτελέσεις ὁμήρων. Γιὰ θανάτωση προσώπων ποὺ δὲν εἶχαν καμμιὰ συμμετοχὴ σὲ πράξεις ποὺ στρέφονταν κατὰ τῶν ἀρχῶν Κατοχῆς ὁ Τσολάκογλου ἀπηύθυνε στὸν Ἄλτενμπουργκ τὴν ὑπ. ἀρ. 1192/11.6.1942 ρηματικὴ διακοίνωση, στὴν ὁποία ἐξέθεσε τὴ νομικὴ ἄποψη τοῦ ζητήματος, τόνιζε τὴν ἀντίθεση, πρὸς τὸ διεθνὲς δίκαιο, τῶν ἐκτελέσεων λόγῳ ἀντιποίνων καὶ διαμαρτυρόταν ἔντονα γιὰ τὶς ἐκτελέσεις τῶν ἀθώων πολιτῶν. Παρόμοια ἔγινε καὶ πρὸς τὸν Ἰταλὸ Πληρεξούσιο Γκίτζι (2.7.1943). Ὁ Λογοθετόπουλος, σ’ ἐπιστολή του (11.1.1943) πρὸς τὸν Ἄλτενμπουργκ, ἐπικαλέσθηκε ρητὲς διατάξεις τοῦ θετικοῦ διεθνοῦς δικαίου, ποὺ ἀντιτίθενται ἢ ἐμμέσως καταδικάζουν τὸ μέτρο λήψης ὁμήρων, καὶ τὴ σύμβαση τῆς Γενεύης ποὺ τοὺς ἐξομοιώνει μὲ τοὺς αἰχμαλώτους πολέμου, «ὅθεν δέον νὰ τυγχάνωσι […] φιλανθρώπου μεταχειρίσεως, μὴ ὑποκείμενοι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει εἰς μέτρα ἀντιποίνων. Ἡ ζωή των δέον νὰ τελῇ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς τῆς κατεχούσης Δυνάμεως καὶ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν νομίμου δικαστικῆς διαδικασίας». Ὁ Ἄλτενμπουργκ ποτὲ δὲν ἀπάντησε στὶς ἑλληνικὲς διακοινώσεις, πρᾶγμα γιὰ τὸ ὁποῖο ὑπέχει εὐθύνη, ἀφοῦ μάλιστα ὁ H. Neubacher δὲν καταδικάστηκε σὲ θάνατο ἀπὸ γιουγκοσλαβικὸ δικαστήριο, γιατί ἀντιτάχθηκε στὴ διαταγὴ τοῦ Γερμανικοῦ Στρατηγείου γιὰ ἐκτέλεση στὴ Γιουγκοσλαβία 50 ὁμήρων σ’ ἀντίποινα γιὰ κάθε φονευμένο Γερμανὸ καὶ ἀπομάκρυνε τὸν ἐκεῖ στρατηγὸ τῶν S.S. Meissner.
4. Διώξεις Ἑβραίων. Τὸ Μάρτιο τοῦ 1943 ἄρχισε νὰ τίθεται σ’ ἐφαρμογὴ στὴ Θεσσαλονίκη τὸ σχέδιο ἐξόντωσης τῶν Ἑβραίων. Ὁ πρωθυπουργὸς Λογοθετόπουλος, ὅταν ἔλαβε γνώση τῶν μέτρων ποὺ λάβαιναν οἱ Γερμανοί, προέβη σὲ προσωπικὲς παραστάσεις πρὸς τὸν Ἄλτενμπουργκ καὶ στὴ συνέχεια τοῦ ἀπηύθυνε δύο ἐπιστολές (18 καὶ 22 Μαρτίου 1943), στὶς ὁποῖες ὅμως δὲν ἔλαβε καμιὰ ἀπάντηση. Σ’ αὐτὲς ἀναφερόταν ἡ ἀγωνία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ γιὰ τὶς δοκιμασίες ποὺ ὑφίσταντο οἱ νομοταγεῖς καὶ φιλήσυχοι Ἰσραηλίτες Ἕλληνες πολίτες, καὶ ζητοῦνταν «ἄνευ ἀναβολῆς καὶ μετὰ τῆς μεγαλυτέρας δυνατῆς δραστηριότητος» ἡ προστασία τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῶν ὑλικῶν συμφερόντων «τῶν μωσαϊκοῦ θρησκεύματος Ἑλλήνων πολιτῶν τῆς Θεσσαλονίκης» (11). Καὶ ὁ Ἰωάννης Ράλλης ἀπευθυνόμενος στὸν ἴδιο ζητοῦσε τὴν ἀνάκληση τῶν μέτρων ποὺ λαμβάνονταν ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν, «τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς εἶναι λίαν περιωρισμένος, εἶναι πλήρως ἀφωμοιωμένοι γλωσσικῶς καὶ ἱστορικῶς πρὸς τοὺς γηγενεῖς, ἀναδείξαντες καὶ ποιητάς, διακρινομένους διὰ τὴν ἑλληνικήν των συνείδησιν» (12).
5. Μεγάλα ἐγκλήματα τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ περίοδος τῆς κυβερνήσεως Ράλλη ἦταν ἡ πιὸ ταραγμένη τῆς Κατοχῆς. Ἂν καὶ ἡ κατάσταση εἶχε βελτιωθεῖ κάπως ἀπὸ ἄποψη ἐπισιτισμοῦ, ἡ ζωὴ -κυρίως στὴν ὕπαιθρο- εἶχε γίνει ἐφιαλτικὴ ἀπὸ τὶς γερμανικὲς ἐκκαθαριστικὲς ἐπιχειρήσεις κατὰ τῶν ἀνταρτῶν καὶ τὰ ἀντίποινα ποὺ ἔπλητταν περισσότερο τοὺς ἀθώους πολίτες. Οἱ καταστροφὲς πόλεων καὶ χωριῶν καὶ οἱ ἐκτελέσεις ἀμάχων συγκλόνισαν τὴ χώρα. Ὁ πρωθυπουργὸς ἔκανε προφορικὲς παραστάσεις καὶ ἀπηύθυνε ἐπιστολὲς καὶ ὑπομνήματα πρὸς ποικίλους ἀποδέκτες (στρατηγοὺς Speidel καὶ Schimana, Πληρεξούσιο Graewenitz) διεκτραγωδώντας τὴν κατάσταση καὶ διαμαρτυρόμενος γιὰ τὶς καταστροφὲς τοῦ Διστόμου, τοῦ Καρπενησίου, τῶν Καλαβρύτων καὶ τὶς βιαιοπραγίες κατὰ πολιτῶν σὲ διάφορες περιοχὲς τῆς χώρας (13).
6. Χρηματικὲς ἀξιώσεις τῶν Ἀρχῶν Κατοχῆς. Ἐξ αἰτίας τῆς κυκλοφορίας τῶν «μάρκων Κατοχῆς» καὶ τῶν «προκαταβολῶν» ποὺ ἐλάμβαναν οἱ κατακτητὲς ὡς ἔξοδα Κατοχῆς δημιουργήθηκε οἰκονομικὸ χάος. Σὲ συζητήσεις ποὺ ἔγιναν στὴ Ρώμη (Σεπτέμβριος – Ὀκτώβριος 1942) συμφωνήθηκε μεταξὺ ἀντιπροσώπων τῆς ἑλληνικῆς κυβέρνησης καὶ τοῦ Ἄξονα ὁ διορισμὸς τῶν εἰδικῶν Πληρεξουσίων Hermann Neubacher καὶ D’ Agostino. Μ’ ἐπιστολές τους οἱ Ἕλληνες πρωθυπουργοὶ Τσολάκογλου καὶ Λογοθετόπουλος ζήτησαν νὰ περισταλοῦν οἱ ὑπέρογκες ἀπαιτήσεις τῶν Δυνάμεων Κατοχῆς, καὶ ὁ Neubacher ἐργάστηκε συστηματικὰ καὶ μεθοδικὰ γιὰ τὴ βελτίωση τῆς κατάστασης. Ὡς εἰδικὸς στὰ οἰκονομικὰ θέματα καὶ ἔχοντας ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Χίτλερ νὰ ρυθμίσει τὰ οἰκονομικὰ καὶ χρηματιστικὰ ζητήματα τῆς χώρας, ἀποτρέπει τὴν κατάρρευση τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας, ἐπιβραδύνει τὴ διολίσθηση τῆς δραχμῆς καὶ ἐπιτυγχάνει σχετικὴ ἐξυγίανση τῆς ἀγορᾶς, παρὰ τὶς διαμαρτυρίες τῶν Γερμανῶν στρατιωτικῶν ποὺ εἶχαν ἐξοργιστεῖ ἀπὸ τὶς ποικίλες καὶ συνεχεῖς ἑλληνικὲς ἀντιδράσεις (14).
Ἐ π ι λ ε γ ό μ ε ν α. Πρέπει νὰ ὑπογραμμίσουμε τὴ σημασία τῆς παρουσίας τοῦ Ἄλτενμπουργκ στὴ θέση τοῦ Πληρεξουσίου του Ράιχ. Ἄνθρωπος ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὸ διπλωματικὸ σῶμα, εἶχε ἰδιαίτερη εὐαισθησία καὶ ἐπέδειξε μέριμνα ὥστε νὰ διατηρηθεῖ ἡ γερμανο-ελληνικὴ φιλία στὴ μεταπολεμικὴ ἐποχή. Ἀντιμετώπισε τὶς ἀντιδράσεις τῶν ἄλλων –κυρίως στρατιωτικῶν– ὑπηρεσιῶν καὶ ζητοῦσε «ἀπόφαση τοῦ Φύρερ», γιατὶ στηριζόταν στὸν διακηρυσσόμενο φιλελληνισμὸ τοῦ τελευταίου. Χωρὶς ν’ ἀγνοεῖ τὴν ἰταλικὴ «προτεραιότητα» συνεργάστηκε μὲ τὸν Γκίτζι τονίζοντας παράλληλα ὅτι ἡ Γερμανία δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποφεύγει τὶς εὐθύνες της. Ἔτσι ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες τῆς ἄφιξής του φρόντισε γιὰ τὸν ἐπισιτισμὸ τῆς χώρας πιέζοντας γιὰ ἀποστολὴ τροφίμων καὶ τὴν παροχὴ συσσιτίου στοὺς φτωχούς. Ἐκεῖ ποὺ ἀδράνησε ἦταν λιγότερο στὶς ἐκκλήσεις τῶν ἑλληνικῶν κυβερνήσεων γιὰ σταμάτημα τῶν ἀντιποίνων καὶ τῶν ἐκτελέσεων ὁμήρων, καὶ τελείως στὸ σχέδιο γιὰ τὴν ἐξόντωση τῶν Ἑβραίων τῆς Ἑλλάδας. Ἄλλωστε στὴν τελευταία περίπτωση ἄλλοι εἶχαν τὸν λόγο!
Χρόνια ἀρκετὰ μετὰ τὴ Κατοχή, προλογίζοντας τὸ βιβλίο τοῦ Χάγκεν Φλάισερ «Στέμμα καὶ Σβάστικα» (1989) (15), ἔγραψε τὰ ἑξῆς γιὰ τὶς σχέσεις του μὲ τοὺς Ἕλληνες πρωθυπουργούς: «Εἶναι ἀνυπολόγιστης ἀξίας τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ κύριοι αὐτοὶ διέθεσαν τὸν ἑαυτό τους μὲ στόχο νὰ διαμορφώσουν πρὸς ὄφελος τῆς χώρας τους καὶ τῶν συμπατριωτῶν τους ὑποφερτὲς σχέσεις μὲ τὰ στρατεύματα κατοχῆς καὶ νὰ συμβάλουν στὴν ἐπίλυση τοῦ ἐπισιτικοῦ προβλήματος. Δὲν ἦταν Κουίσλινγκς. Σὲ σχέση μ’ αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ ὑπογραμμίσω ὅτι ὁ Ράλλης εἶχε δηλώσει ἐπανειλημμένα σὲ μεταξύ μας συζητήσεις, ὅτι ἀνέλαβε τὸ ἀξίωμα μετὰ ἀπὸ συνεννόηση μὲ τὴν ἐξόριστη ἑλληνικὴ κυβέρνηση τοῦ Καΐρου. Γι’ αὐτὸν τὸ λόγο δὲν μπόρεσα νὰ καταλάβω, ὅτι αὐτοὶ οἱ πατριῶτες οἱ ὁποῖοι κατὰ κάποιο τρόπο θυσιάστηκαν γιὰ τοὺς συμπατριῶτες τους, δικάσθηκαν καὶ καταδικάσθηκαν μετὰ τὴν ἀποχώρηση τῶν γερμανικῶν στρατευμάτων. Ἐὰν εἶναι ὅμως σωστὲς οἱ πληροφορίες μου, αὐτὸ ἔγινε κατόπιν πιέσεων ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό». Ἀξίζει νὰ προσεχτοῦν ἰδιαίτερα τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ πολύπειρου Γερμανοῦ διπλωμάτη ποὺ ἔζησε στὸν τόπο μας σὲ στιγμὲς τραγικὲς καὶ προσπάθησε μέσα στὴ δίνη τῶν παθῶν, τῶν φανατισμῶν καὶ τῶν συγκρούσεων νὰ μὴ ζημιώσει, ὅσο γινόταν, τὸν ἑλληνικὸ λαὸ χωρὶς νὰ παραβλέπει τὸ καθῆκον του ὡς Πληρεξούσιος του Γ΄ Ράιχ.
Κλείνοντας τὸ μικρὸ αὐτό μελέτημα θέλουμε νὰ ἐπισημάνουμε τὸ γεγονὸς ὅτι, ἂν καὶ ἀρκετὲς δεκαετίες ἔχουν περάσει από τὴν Κατοχή, ἡ συστηματικὴ καὶ μεθοδική -μ’ ἄλλα λόγια ἐπιστημονική- ἔρευνα τῆς τραγικῆς ἐκείνης περιόδου τῆς Ἱστορίας μας δὲν ἔχει προχωρήσει σὲ ἱκανοποιητικὸ βαθμό. Πλῆθος εἶναι τὰ δημοσιευθέντα βιβλία, ἄρθρα καὶ ἔγγραφα, ἀλλὰ φῶς ἄπλετο στὶς σκοτεινὲς πτυχὲς τοῦ θέματος τῆς δράσης πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν παραγόντων δὲν ἔχει ριφθεῖ. Νομίζουμε ὅτι σημαντικὴ συμβολὴ θὰ ἦταν ἡ δημοσίευση τῶν ἀρχείων ὁρισμένων προσώπων, ὅπως τῶν Ἰωάννη Ράλλη, Ἄγγελου Ἔβερτ, Θεόδωρου Πάγκαλου κ.ἄ.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Χ ά γ κ ε ν Φ λ ά ι σ ε ρ, Στέμμα καὶ σβάστικα, τ. Α΄, Ἀθήνα 1989, σ. 75: «…διατυπώθηκε σὲ βάρος του ἡ -μᾶλλον ἄδικη- κατηγορία τοῦ ‘Ἕλληνα Κουΐσλινγκ’». Ὁ ἴ δ ι ο ς (στὴν Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους τῆς Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν, τ. ΙΣΤ΄, σ. 44) ἀποδίδει τὴν ἀ-διαφοροποίητη χρήση τοῦ ὅρου στὴν πολεμικὴ προπαγάνδα.
2. Ὁ Χ ά γ κ ε ν Φ λ ά ι σ ε ρ (ὅ.π., σ. 157) σημειώνει ὅτι ὁ Σοφιανόπουλος «πιστεύει στὴ γερμανικὴ νίκη» καί «κατὰ καιροὺς ἐποφθαλμιοῦσε τὴν πρωθυπουργία». Ἡ ἀριστερὴ ἱστοριογραφία εἶναι ἀρκετὰ σκληρὴ ἀπέναντι στὸν Σοφιανόπουλο γιὰ τὴν πολιτική του στάση κατὰ τὴν 4η Αὐγούστου καὶ τὴν Κατοχή. Βλ. Φ ο ί β ο υ Ν ε ο κ. Γ ρ η γ ο ρ ι ά δ η, Ἱστορία τοῦ ἐμφυλίου πολέμου 1945-1949. Τὸ δεύτερο ἀντάρτικο, Αθήνα χ.χ., τ. Β΄, σσ. 375-376. Ἀνα-φέρεται ὅτι ἐπηρέαζε τὸν κατοχικὸ ὑπουργὸ Δεμέστιχα, ὁ ὁποῖος ἔγραφε ἄρθρα γιὰ τὴ «γεωπολιτικὴ θέση τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Ἑλλάδος». Ὁ δωσίλογος Ἀ ν δ ρ. Κ ο ν δ ά κ η ς, στὸ βιβλίο του Σαράντα ἄρθρα γιὰ τὴν Ἑλλάδα (Ἀθῆναι 1942, σ. 88) τὸν κατατάσσει μεταξὺ τῶν πολιτικῶν ποὺ εἶχαν ὡς βάση τῆς ἐξωτερικῆς τους πολιτικῆς τὴν Ἰταλία, καὶ ἐκφράζεται εὐνοϊκὰ γι’ αὐτὸν (σ. 115), ἀφοῦ μάλιστα ἦταν «πιστὸς φίλος» του, κατὰ τὸν προλογίζοντα Θα-νο. Ν. Μεταξᾶ (σ. 11). Ἐξαιρετικὰ φτωχό, καὶ ἴσως ὄχι τυχαῖα, εἶναι σὲ εἰδήσεις γιὰ τὴν κατοχικὴ δράση τοῦ Σοφιανόπουλου τὸ βιβλίο τοῦ Σ ω τ ή ρ η Π α τ α τ ζ ῆ, Ἰωάννης Σοφιανόπουλος, ἕνας ἐπαναστάτης χωρὶς ἐπανάσταση, Ἀθῆναι 1961, σσ. 176-182.
3. Πρόχειρα βλ. Χ. Φ λ ά ι σ ε ρ, ὅ.π., σσ. 357, 359, 361.
4. Ὅ.π., σ. 359. Βλ. καὶ Τ ά σ ο υ Κ. Κ ο ν τ ο γ ι α ν ν ί δ η, Ἥρωες καὶ προδότες στὴν κατοχικὴ Ἑλλάδα, Ἀθήνα 1998, σσ. 151, 178.
5. Ἡ πληροφορία προέρχεται ἀπὸ γερμανικὲς πηγές. Θ ε ο φ. Φ. Π α π α κ ω ν σ τ α- ν τ ί ν ο υ, Ἡ μάχη τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1970, σ. 253.
6. Χ. Φ λ ά ι σ ε ρ, ὅ.π., σ. 363. Ἡ ρ α κ λ ῆ Π ε τ ι μ ε ζ ᾶ, Ἐθνικὴ ἀντίσταση καὶ κοινωνικὴ ἐπανάσταση. Ζέρβας καὶ ΕΑΜ, Ἀθήνα 1991, σσ. 98, 114, 201. Στοιχεῖα γιὰ τὴν κατοχικὴ δράση τοῦ Πάγκαλου βλ. καὶ στοῦ Τ ά σ ο υ Κ. Κ ο ν τ ο γ ι α ν ν ί δ η, ὅ.π., σσ. 180-181, 224-226, 237-238.
7. Κ ο μ ν η ν ο ῦ Σ. Π υ ρ ο μ ά γ λ ο υ, «Τὰ Τάγματα Ἀσφαλείας», Ἱστορικὴ Ἐπιθεώρησις, ἀρ. 6 (1964), σσ. 539-543. Βλ. καὶ Χ. Φ λ ά ι σ ε ρ, ὅ.π., τ. Β΄, Ἀθήνα 1995, σ. 26.
8. Γ. Α. Φ α ρ μ α κ ί δ ο υ, Πεπραγμένα τῆς παρὰ τῷ πρωθυπουργῷ Ὑπηρεσίας Ἀνταποκρίσεων μετὰ τῶν Γερμανικῶν Ἀρχῶν κατὰ τὴν Κατοχήν. Περιληπτικὴ ἔκθεσις. Ἀθῆναι 1957, σσ. 71.
9. Ὅ.π., σ. 6.
10. Γ ε ω ρ γ. Κ. Τ σ ο λ ά κ ο γ λ ο υ, Ἀπομνημονεύματα, Ἀθῆναι 1958, σσ. 175-186.
11. Γ. Α. Φ α ρ μ α κ ί δ ο υ, ὅ.π., σσ. 20, 61-62. Στὶς σσ. 61-62 δημοσιεύεται τὸ κείμενο τῆς μιᾶς ἐπιστολῆς (18.3.1943). Ἀναδημοσιεύεται μὲ εὐμενῆ σχόλια ἀπὸ τὸν Π ο λ υ χ ρ ό ν η Κ. Ἐ ν ε π ε κ ί δη, Οἱ διωγμοὶ τῶν Ἑβραίων ἐν Ἑλλάδι 1941-1944, Ἀθῆναι 1969, σσ. 36-39. Καὶ τὶς δύο ἐπιστολὲς βλ. στοῦ Κ. Λο γ ο θ ε τ ό π ο υ λ ο υ, Ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια, Ἀθῆναι 1948, σσ. 96-102.
12. Π ο λ υ χ ρ ό ν η Κ. Ἐ ν ε π ε κ ί δη, ὅ.π., σσ. 41-46. Γ. Α. Φ α ρ μ α κ ί δ ο υ, ὅ.π., σσ. 62-63.
13. Γ. Α. Φ α ρ μ α κ ί δ ο υ, ὅ.π., σσ. 63-68. Γ ε ω ρ γ. Ἰ. Ρ ά λ λ η, Ὁ Ἰωάννης Ράλλης ὁμιλεῖ ἐκ τοῦ τάφου, Ἀθῆναι 1947, σ. 131.
14. Τὶς ἑλληνικὲς διακοινώσεις βλ. στοῦ Γ. Α. Φ α ρ μ α κ ί δ ο υ, ὅ.π., σσ. 44-46. Βλ. ἐπίσης Σ ω τ. Γ κ ο τ ζ α μ ά ν η, Κατοχικὸν δάνειον καὶ δαπάναι Κατοχῆς, Θεσσαλονίκη 1954. Ἀναλυτικότερα βλ. Χ. Φ λ ά ι σ ε ρ, ὅ.π., τ. Α΄, σσ. 327-333, ὅπου κεφάλαιο μὲ τὸν τίτλο «Η ‘Ἐπιχείριση Νωυμπάχερ’ καὶ τὸ ‘θαῦμα τοῦ Ὀκτωβρίου’ (1942)». Ἐκτενῶς άναφέρεται στὸ θέμα καὶ ὁ Κ. Λ ο γ ο θ ε τ ό π ο υ λ ο ς, ὅ.π., σσ. 48-83.
15. Βλ. σσ. 30-31.

“Τα Κυριακάτικα”: Δείτε παρακάτω προηγούμενα άρθρα της στήλης (κλικ πάνω στον τίτλο):
Μπιρ Αλλάχ… όταν η Τεχνητή νοημοσύνη μετατρέπει ένα αφήγημα σε θεατρικό μονόπρακτο!
Ένας Ηλείος ήρωας της κατοχής: Ο Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος (από το Λατζόι)
«Μια συνέντευξη του 1996 είναι δυνατόν να μας λέει τίποτα σήμερα;»*
Μονή Ασκητή στο Γούμερο: Το τοπωνύμιο και η λαϊκή παράδοση
Ο Πύργιος (Γορτυνιακής καταγωγής) μεγάλος αρχαιολόγος Βασίλειος Λεονάρδος
Ο Ιστορικός της Ηλείας Γεώργιος Παπανδρέου (1859-1940)*
Οι «Ποσειδωνιάται» του Κ. Π. Καβάφη*
Σελίδες αυτοβιογραφίας… (Μυθοπλασία)
Τάσης Καζάζης: Δήμαρχος Πύργου στη Γερμανική Κατοχή, σε ημέρες σκληρής δοκιμασίας και κινδύνων
Δείτε ΕΔΩ περισσότερα άρθρα της στήλης






